Ο πνευματικός πατέρας ακροβατεί ανάμεσα στις εντολές του θεού και τις αδυναμίες του πιστού.

Σταθμίζει διακριτικά την προαίρεση και τις δυνατότητες του, πριν τον παροτρύνει στην εφαρμογή του Θείου θελήματος.

Διότι η υπακοή προϋποθέτει αβίαστη συγκατάθεση και ψυχική δυνατότητα.

Αν ο πνευματικός προσπαθήσει να επιβάλλει αδιάκριτα το θείο νόμο μπορεί να συντρίψει μια ευάλωτη προσωπικότητα. Γι?

αυτό οφείλει να λάβει υπ? όψιν του την ψυχολογική διάσταση του πιστού. Η ανθρώπινη εσωτερικότητα δεν είναι μόνο

πνευματική αλλά και ψυχολογική.

Στην ποιμαντική και την εξομολόγηση εστιάζουμε κυρίως στην αγάπη και το μίσος, στην ταπείνωση και την έπαρση, στην

υπακοή και την ανυπακοή, στην ηδονή και την εγκράτεια.

Στην ψυχοθεραπευτική συνεδρία εστιάζουμε κυρίως στην υγεία και την παθολογία, στην αυτοπεποίθηση και την

μειονεκτικότητα, στις συνειδητές και τις υποσυνείδητες διεργασίες. Οι ψυχολογικές μεταβλητές προσδιορίζουν σημαντικά

την υπαρξιακή πραγματικότητα.

Η ανασφάλεια, οι φοβίες, οι έμμονες ιδέες, το αδικαιολόγητο άγχος και η θλίψη παρεμποδίζουν ή διαστρεβλώνουν την

νηπτική πορεία των χριστιανών

Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα δεν εξαντλείται στην ενημέρωση του πιστού σχετικά με το τι θέλει ο Θεός από αυτόν,

ούτε στην παρότρυνση εφαρμογής του Θείου θελήματος, αλλά στην προετοιμασία του πιστού να αποδεχθεί το Θείο λόγο.

Το κύριο έργο του είναι να συμβάλλει στην δημιουργία προϋποθέσεων ώστε η εφαρμογή του Θείου θελήματος να γίνει

δυνατή.

Ο πνευματικός πατέρας είναι ο γεωργός ο οποίος αφαιρεί τα παράσιτα, οργώνει και ποτίζει το χωράφι ώστε να καταστεί

έτοιμο για την σπορά.

Το έργο του περιλαμβάνει και τη σπορά αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν. Ούτε βέβαια έχει νόημα να διαμαρτύρεται για

την ποιότητα του αγρού. Η βασική μέριμνα είναι η καλλιέργεια του εδάφους ώστε αυτό να καταστεί γόνιμο. Διότι όταν

υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, ο σπόρος ξέρει από μόνος του πώς να γίνει ολοκληρωμένο φυτό και να δώσει καρπούς.